βιάζω

βῐάζω,
A constrain, [voice] Act. once in Hom.,

ἦ μάλα δή με βιάζετε Od.12.297

;

ἐβίασε τὴν γυναῖκά μου Alc.Com.29

: abs., εἰ πάνυ ἐβίαζον if they used force, Hp.Epid.2.24; cf. infr.1.2:—[voice] Pass., [tense] fut.

βιασθήσομαι Paus. 6.5.9

: [tense] aor. ἐβιάσθην, [tense] pf. βεβίασμαι (v. infr.):—to be hard pressed or overpowered,

βελέεσσι βιάζεται Il.11.589

; βιάζετο γὰρ βελ. 15.727;

βιασθέντες λύᾳ Pi.N.9.14

;

νόσῳ Ar.Fr.20

(= Trag.Adesp.70); to be forced or constrained to do, c. inf., Id.Th.890: c. acc. cogn.,

βιάζομαι τάδε S.Ant.66

, cf. 1073;

βιασθείς Id.El.575

;

ἐπεὶ ἐβιάσθη Th.4.44

;

ὑπό τινος Id.1.2

; opp. ἀδικεῖσθαι, ib.77;

βιασθεὶς ἄκων ἔπραξεν D.6.16

;

ἵνα ἢ συγχωρήσωσιν . . ἢ βιασθῶσιν Id.18.175

;

βιαζόμενος ὑπό τινος ἐξήμαρτεν Antipho 4.4.5

; βεβιασμένοι forcibly made slaves, X.Hier.2.12; πόλεις βεβ. Id.HG5.2.23:

βιαζόμενος ὑπὸ τῆς παρούσης ἀπορίας Th.7.67

; τὸ βιασθέν those who are forced, Arist.Pol.1255a11; of things, τοὔνειδος ὀργῇ βιασθέν forced from one by anger, S.OT 524; τὸ βεβιασμένον forced to fit a hypothesis, Arist.Metaph.1082b2; βεβ. σχήματα forced figures of speech, D.H.Th.33, cf. Porph.Antr. 36.
2 [voice] Act., make good, suffice to discharge a debt, PFlor.56.13.
II more freq. βιάζομαι, [tense] aor. [voice] Med. ἐβιασάμην, [tense] pf.

βεβίασμαι D.19.206

, Men.Sam.63, D.C.46.45
:—overpower by force, press hard,

ἦ μάλα δή σε βιάζεται ὠκὺς Ἀχιλλεύς Il.22.229

, etc.; β. τοὺς πολεμίους dislodge them, X.An.1.4.5; β. νόμους to do them violence, Th. 8.53; βιασάμενος ταῦτα πάντα having broken through all these restraints, Lys.6.52; β. γυναῖκα force her, Ar.Pl.1092; opp. πείθειν, Lys.1.32; β. αὑτόν lay violent hands on oneself, Pl.Phd.61c, 61d; β. τινά, c. inf., force one to do, X.An.1.3.1; τί με βιάζεσθε λέγειν; Arist. Fr.44: with inf. omitted, β. τὰ σφάγια force the victims [to be favourable], Hdt.9.41;

β. ἄστρα Theoc.22.9

: c. dupl. acc.,

αὐδῶ πόλιν σε μὴ β. τόδε A.Th.1047

.
2 c. acc. rei, carry by force, βιάσασθαι τὸν ἔκπλουν force an exit, Th.7.72;

τὴν ἀπόβασιν Id.4.11

: c. acc. neut., And.4.17, X.HG5.3.12.
3 abs., act with violence, use force, A.Pr. 1010, Ag.1509 (lyr.), S.Aj.1160, etc.;

πρὸς τὸ λαμπρὸν ὁ φθόνος βιάζεται Trag.Adesp.547.12

; opp. δικάζομαι, Th.1.77
; β. διὰ φυλάκων force one's way, Id.7.83; β. ἐς τὸ ἔξω, β. εἴσω, ib.69, X.Cyr.3.3.69;

δρόμῳ β. Th.1.63

: c. inf.,

β. πρὸς τὸν λόφον ἐλθεῖν Id.7.79

; βιαζόμενοι βλάπτειν using every effort to hurt me, Lys.9.16; but βιαζόμενοιμὴ ἀποδιδόναι refusing with violence to repay, X.HG5.3.12: esp. in part., ἵνα βιασάμενοι ἐκπλεύσωσι may sail out by forcing their way, Th.7.67;

συνεξέρχονται βιασάμενοι X.An.7.8.11

; ἐπὶ μᾶλλον ἔτι β. (of a famine) grow worse and worse, Hdt.1.94.
4 contend or argue vehemently, c. inf., Pl.Sph.246b; β. τὸ μὴ ὂν ὡς ἔστι κατά τι ib. 241d: abs., persist in assertion, D.21.205.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βιάζω — βιάζω, βίασα βλ. πίν. 35 (προφ. βι άζω) Σημειώσεις: βιάζω : καμιά φορά απαντάται και ο τύπος έβιαζα με την έννοια αναγκάζω, π.χ. Μια κεκτημένη ταχύτητα την έβιαζε να ετοιμάζει φαγητό [Κυρία Κούλα, σελ. 58] …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βιάζω — constrain pres subj act 1st sg βιάζω constrain pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιάζω — (AM βιάζω) Ι.1. μεταχειρίζομαι βία εναντίον κάποιου, αναγκάζω με τη βία 2. αναγκάζω με τη βία πρόσωπο σε σαρκική ένωση μαζί μου μσν. νεοελλ. πιέζω κάποιον φορτικά νεοελλ. 1. καταπιέζω, φέρνω σε δύσκολη θέση κάποιον 2. παρακινώ, παροτρύνω έντονα… …   Dictionary of Greek

  • βιάζω — [виазо] р. брать силой …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βιάζω — σα, στηκα, βιασμένος 1. εξαναγκάζω κάποιον σε μία πράξη, τον πιέζω να την κάνει, ασελγώ: Οι καταστάσεις μάς βιάζουν στο να αναλάβουμε δράση. 2. εξαναγκάζω κάποιον στη σεξουαλική πράξη παρά τη θέλησή του: Σύρθηκε στα δικαστήρια με την κατηγορία… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βεβιασμένα — βιάζω constrain perf part mp neut nom/voc/acc pl βεβιασμένᾱ , βιάζω constrain perf part mp fem nom/voc/acc dual βεβιασμένᾱ , βιάζω constrain perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιάζεσθε — βιάζω constrain pres imperat mp 2nd pl βιάζω constrain pres ind mp 2nd pl βιάζω constrain imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιάζετε — βιάζω constrain pres imperat act 2nd pl βιάζω constrain pres ind act 2nd pl βιάζω constrain imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιάζῃ — βιάζω constrain pres subj mp 2nd sg βιάζω constrain pres ind mp 2nd sg βιάζω constrain pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβιασμένον — βιάζω constrain perf part mp masc acc sg βιάζω constrain perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβιασμένων — βιάζω constrain perf part mp fem gen pl βιάζω constrain perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.